Παγωτό: Η μάχη των 270 εκατ. ευρώ αλλάζει πίστα

115

Η αγορά του παγωτού στην Ελλάδα αλλάζει μοντέλο. Πίσω από τα ψυγεία των σούπερ-μάρκετ, των περιπτέρων και των καταστημάτων της γειτονιάς εξελίσσεται μια έντονη επιχειρηματική μάχη σε έναν κλάδο που ξεπερνά τα 270 εκατ. ευρώ, προσελκύοντας νέες επενδύσεις και στρατηγικές κινήσεις.

Τα στοιχεία της Circana επιβεβαιώνουν τη δυναμική της αγοράς του τυποποιημένου παγωτού. Στο πρώτο εξάμηνο του 2026 οι πωλήσεις στα σούπερ-μάρκετ αυξήθηκαν κατά 7,4% και διαμορφώθηκαν στα 34,25 εκατ. ευρώ, έναντι 31,9 εκατ. ευρώ το αντίστοιχο διάστημα του 2025, ενώ ο όγκος αυξήθηκε κατά 7,3%, στους 8.414 τόνους. Η σχεδόν παράλληλη άνοδος αξίας και όγκου δείχνει ότι η ανάπτυξη προέρχεται κυρίως από υψηλότερη κατανάλωση και όχι από ανατιμήσεις.

Ανοδικά είχε κινηθεί το παγωτό και το 2025 στο οργανωμένο λιανεμπόριο, φθάνοντας στα 168,18 εκατ. ευρώ, από 153,36 εκατ. ευρώ το 2024 (+9,66%), ενώ ο όγκος αυξήθηκε κατά 5,18%, στους 41.248 τόνους από 39.217 τόνους.

Η μάχη μεταφέρεται στο ράφι

Το μεγαλύτερο πεδίο ανταγωνισμού δεν είναι πλέον οι νέες γεύσεις αλλά το σημείο πώλησης. Αν και για χρόνια το παγωτό κυριαρχούσε στα περίπτερα και τα καταστήματα convenience, σήμερα το οργανωμένο λιανεμπόριο διεκδικεί ολοένα μεγαλύτερο μερίδιο.

Οι μεγάλοι προμηθευτές επενδύουν στην εγκατάσταση επώνυμων ψυγείων μέσα στα σούπερ-μάρκετ, σε σημεία υψηλής επισκεψιμότητας και όχι μόνο στους χώρους των κατεψυγμένων, με στόχο την ενίσχυση των αυθόρμητων αγορών και της προβολής των brands.

Παράλληλα, οι αλυσίδες αξιοποιούν ολοένα περισσότερο τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, τα οποία έχουν εξελιχθεί από οικονομική εναλλακτική σε στρατηγικό εργαλείο ανταγωνισμού. Η μεταβολή αποτυπώνεται στα στοιχεία της τελευταίας πενταετίας, καθώς το μερίδιό τους στην αξία των πωλήσεων παγωτού αυξήθηκε από 44,2% το 2020 στο 51% το 2025.

Οι πολυεθνικές ανεβάζουν ταχύτητα

Στην πρώτη γραμμή βρίσκεται η Algida Ice Cream Company, η οποία μετά την απόσχισή της από τη Unilever αποκτά αποκλειστική εστίαση στο παγωτό και μεγαλύτερη ευελιξία. Από το 2026 η ελληνική διοίκηση αναλαμβάνει την ευθύνη για Ελλάδα, Αλβανία, Κόσοβο και Βόρεια Μακεδονία, ενώ εξετάζεται η προσθήκη και άλλων αγορών στα Βαλκάνια. Η στρατηγική της βασίζεται στη διεύρυνση της διανομής, την πολυκαναλική ανάπτυξη, την ταχύτερη καινοτομία και την ενίσχυση της κατανάλωσης όλο τον χρόνο.

Επενδυτικό πρόγραμμα έως το 2028 υλοποιεί και η Froneri Ελλάς, με ενδοομιλικό δάνειο 9,2 εκατ. ευρώ. Η ελληνική θυγατρική της κοινοπραξίας Nestlé και R&R επενδύει σε νέα προϊόντα, όπως η σειρά Lotus Biscoff, σε περισσότερα ψυγεία, ενεργειακά αποδοτικό εξοπλισμό και υβριδικά οχήματα, επιδιώκοντας χαμηλότερο λειτουργικό κόστος.

Η ελληνική απάντηση

Η Κρι Κρι ενισχύει την παρουσία της στην Ελλάδα και το εξωτερικό, εμπλουτίζοντας το χαρτοφυλάκιό της με νέες γεύσεις στις σειρές Master Rich, RODEO, Heartmade και Greek Frozen Yogurt, ενώ προσθέτει περίπου 1.000 νέα σημεία πώλησης κάθε χρόνο, με έμφαση στις τουριστικές περιοχές.

Παρά την αύξηση κατά 8% των πωλήσεων του κλάδου παγωτού, η λειτουργική κερδοφορία πιέστηκε από το υψηλό κόστος πρώτων υλών και τις αυξημένες εκπτώσεις στο οργανωμένο λιανεμπόριο, ενώ η διοίκηση επισημαίνει τη σταδιακή υποχώρηση των παραδοσιακών σημείων πώλησης υπέρ των σούπερ-μάρκετ.

Αντίβαρο αποτελούν οι εξαγωγές, με το Greek Frozen Yogurt να αναδεικνύεται σε βασικό μοχλό ανάπτυξης, καταγράφοντας αύξηση πωλήσεων 26,7% και σχεδόν διπλασιασμό του λειτουργικού αποτελέσματος. Παράλληλα, η εταιρεία διευρύνει τη διεθνή της παρουσία μέσω συνεργασίας με μεγάλη αλυσίδα σούπερ-μάρκετ στο Τέξας και με την Kroger για private label προϊόντα, ενώ προετοιμάζει την είσοδό της στην κινεζική αγορά μέσω του Sam’s Club της Walmart.

Funds, εξαγορές και επιστροφές

Το ενδιαφέρον των επενδυτικών κεφαλαίων επιβεβαιώνει ότι η αγορά παγωτού εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικές προοπτικές ανάπτυξης.

Η είσοδος του Halcyon Equity Partners στην Kayak σηματοδοτεί την έναρξη ενός νέου επενδυτικού κύκλου για την ελληνική εταιρεία premium παγωτού. Το fund απέκτησε μειοψηφική συμμετοχή, αφήνοντας τον έλεγχο στην οικογένεια Σταυρίδη, με στόχο τη χρηματοδότηση της επόμενης φάσης ανάπτυξης.

Ήδη η Kayak, που διαθέτει σήμερα τρία brands, περισσότερα από 80 καταστήματα στην Ελλάδα και το εξωτερικό και παρουσία σε περισσότερα από 2.000 σημεία HoReCa, προχώρησε στην απόκτηση πλειοψηφικού ποσοστού στην Da Vinci Artisan Gelato, η οποία διαθέτει δίκτυο 18 καταστημάτων σε Ελλάδα, Κύπρο και Γαλλία, συνεχίζοντας μια στρατηγική που έχει ήδη εφαρμόσει επιτυχώς με τις συμμετοχές στις Chillbox και Goatit.

Σημαντική είναι και η επιστροφή της ΔΕΛΤΑ στην αγορά παγωτού, σχεδόν είκοσι χρόνια μετά την αποχώρησή της.

Μέσω της εξαγοράς της Cold Sin, η εταιρεία απέκτησε την αποκλειστική διανομή διεθνών brands όπως Häagen-Dazs, Mars, Snickers κ.ά., ενώ αξιοποιεί πλέον τις συνέργειες με το δίκτυο εστίασης της Vivartia μετά τη λήξη του συμβολαίου με την Algida. Παράλληλα σχεδιάζεται σταδιακή αύξηση του αριθμού των ψυγείων κατά τουλάχιστον 20% τα επόμενα χρόνια, επενδύοντας στην ανάπτυξη του δικτύου διανομής.

Παράλληλα, η Παγωτά Δωδώνη ενισχύει την αναπτυξιακή της πορεία μετά την εξαγορά από τον όμιλο Βενέτη. Το 2024 αύξησε τις πωλήσεις της κατά 5,6%, στα 7,6 εκατ. ευρώ, με το κανάλι HoReCa να αναπτύσσεται κατά 12%, ενώ υλοποιεί επενδυτικό πρόγραμμα 10 εκατ. ευρώ για την ενίσχυση της παραγωγής και του δικτύου της.

Στο μεταξύ συνεχίζει να αναπτύσσεται και η Plan(e)t Foods, η startup παραγωγής plant-based και functional παγωτού. Η εταιρεία, που ιδρύθηκε το 2021, έχει στο μετοχικό της κεφάλαιο την Kapa Perla Investments της Εριέττας Κούρκουλου Λάτση (6,66%) και το Helidoni Group, ενώ μέσω του SPOROS Platform δρομολογεί τη διεθνή επέκτασή της.

Η δύσκολη εξίσωση της Menne

Σε διαφορετική φάση βρίσκεται η Menne. Παρά τις σημαντικές αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου των τελευταίων ετών συνολικού ύψους 101,15 εκατ. ευρώ και τη σημαντική μείωση του τραπεζικού δανεισμού, η εταιρεία εξακολουθεί να εμφανίζει ζημιογόνα αποτελέσματα, ενώ το μικτό περιθώριο κέρδους και το EBITDA επιδεινώθηκαν το 2025.

Η διοίκηση υπό τον Αθανάσιο-Κύρο Φιλίππου ποντάρει στην ολοκλήρωση των κεφαλαιακών ενισχύσεων και στην αύξηση των πωλήσεων μέσα στο 2026, επιδιώκοντας να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις επιστροφής στην κερδοφορία.

Πηγή: capital.gr