Η ελληνική ακτογραμμή βρίσκεται μπροστά σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Το νέο ειδικό χωροταξικό σχέδιο για τις υδατοκαλλιέργειες, το οποίο αναμένεται να δοθεί σε δημόσια διαβούλευση τους επόμενους μήνες, πυροδοτεί ένα πρωτοφανές μέτωπο αντιδράσεων. Η περιβαλλοντική επιβάρυνση των σπάνιας ομορφιάς ελληνικών ακτών από τις ιχθυοκαλλιέργειες, η αισθητική αλλοίωση των παράκτιων χώρων και η ασυμβατότητά τους τόσο με την τουριστική και παραθεριστική ανάπτυξη όσο και με τις προστατευόμενες περιοχές αποτελούν σημεία που εγείρονται από έναν μεγάλο αριθμό δήμων που ζητούν πλέον μια αυστηρή, επιστημονικά τεκμηριωμένη και ριζική προσέγγιση. Αυτοδιοικητικές αρχές στην Πελοπόννησο, στο Ιόνιο, στη Στερεά Ελλάδα και σε άλλα μέρη της χώρας ξεκαθαρίζουν εγκαίρως ότι δεν τάσσονται δογματικά κατά της παραγωγικής αυτής δραστηριότητας. Αναγνωρίζουν τη διαχρονική συμβολή της στην απασχόληση, στις εξαγωγές και στην εθνική οικονομία, αξιώνουν ωστόσο την ανάπτυξή της υπό απαράβατους όρους περιβαλλοντικής βιωσιμότητας και σεβασμού της φέρουσας ικανότητας των τοπικών οικοσυστημάτων.
Στον πυρήνα του προβλήματος, σημειώνουν οι αντιδρώντες, εντοπίζεται η φερόμενη περιβαλλοντική υποβάθμιση του θαλάσσιου περιβάλλοντος και των ακτών, η οποία επιτείνεται από ένα παρωχημένο θεσμικό πλαίσιο. Σήμερα στην Ελλάδα εξακολουθεί να επιτρέπεται η εγκατάσταση ιχθυοκλωβών σε απόσταση μόλις 50 έως 100 μέτρων από βραχώδεις ακτές και μόλις 500 μέτρων από οργανωμένες παραλίες, τη στιγμή που στο εξωτερικό τα αντίστοιχα όρια απομάκρυνσης είναι αυστηρότερα και φθάνουν έως και στα δύο ή τρία ναυτικά μίλια στο πέλαγος.
Το θέμα έθεσαν εμφατικά στην κυβέρνηση στις 8 Οκτωβρίου με κοινή επιστολή τους 18 παράκτιοι και νησιωτικοί δήμοι. Η επιστολή φέρνει στο φως τη βαθιά και επικίνδυνη αντίφαση ενός μοντέλου που επιμένει να αντιμετωπίζει τους ευαίσθητους κλειστούς κόλπους και τους γραφικούς τουριστικούς όρμους ως βιομηχανικούς υποδοχείς αποβλήτων από τα ιχθυοτροφεία. Πρόκειται για μια επιλογή που έρχεται σε ευθεία ρήξη με τη σύγχρονη θαλάσσια οικολογία, την ευρωπαϊκή χωροταξική πρακτική και την ίδια τη συνταγματική νομιμότητα. Ο πυρήνας του προβλήματος εντοπίζεται στον αναχρονισμό του υφιστάμενου πλαισίου. Το ισχύον Ειδικό Χωροταξικό (ΚΥΑ 31722/2011, ΦΕΚ Β΄ 2505/2011) διαμορφώθηκε σε μια εποχή όπου η εγχώρια παραγωγή και οι τεχνολογικές δυνατότητες είχαν εντελώς διαφορετική κλίμακα. Οι επιχειρήσεις του κλάδου το αναγνωρίζουν αυτό και εμφανίζονται να επιθυμούν επίσης να ξεκαθαρίσει το τοπίο. Οπως εξηγεί μιλώντας στην «Κ» ο Νίκος Αναγνόπουλος, ιχθυολόγος, σύμβουλος της Πανελλήνιας Ενωσης Μικρομεσαίων Ιχθυοκαλλιεργητών (ΠΑΝΕΜΜΙ) –και εκ των στελεχών που ασχολήθηκαν ενεργά με το πλαίσιο που νομοθετήθηκε το 2011–, η πάροδος όλων αυτών των ετών σημαίνει πως έχουν αντληθεί εμπειρίες και συμπεράσματα και το πλαίσιο ενδεχομένως να χρειάζεται επικαιροποίηση. Σημειώνει, ωστόσο, ότι το νέο χωροταξικό για τις υδατοκαλλιέργειες θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του και τα άλλα χωροταξικά και τα τοπικά πολεοδομικά σχέδια.
Οσον αφορά την κατάρτιση της μελέτης που προαπαιτεί το νέο χωροταξικό για τις υδατοκαλλιέργειες, οι επιχειρήσεις δεν είναι αντίθετες στην υπογραφή μιας προγραμματικής σύμβασης του υπουργείου όπως με το Ελληνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών, ως εναλλακτική στην πρόσληψη ιδιώτη συμβούλου, προκειμένου να θωρακιστεί το νέο σχέδιο.
Περιβαλλοντικές οργανώσεις και δήμοι αναφέρουν πως στους κλειστούς και ημίκλειστους κόλπους η περιορισμένη υδροδυναμική κυκλοφορία και η έλλειψη ισχυρών θαλασσίων ρευμάτων μετατρέπουν τον πυθμένα σε παγίδα οργανικών αποβλήτων. Οι ιχθυοκαλλιεργητές αναφέρουν πως τέτοιες συνθήκες αντιστρατεύονται και τα δικά τους συμφέροντα, αφού όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στέλεχος του κλάδου «με μια τέτοια συνθήκη θα ψοφούσαν και τα δικά μας τα ψάρια».
Ακόμη μία ανησυχία όσων αντιδρούν εστιάζεται και στο ότι η ελληνική πολιτεία ενδέχεται να προωθήσει τη θεσμοθέτηση εκτεταμένων Περιοχών Οργανωμένης Ανάπτυξης Υδατοκαλλιεργειών (ΠΟΑΥ) σε περιοχές με έντονο τουριστικό χαρακτήρα ή ιδιαίτερο φυσικό κάλλος.
Μία επιπλέον παράμετρος στη δύσκολη εξίσωση είναι βέβαια και η οικονομική βιωσιμότητα των εταιρειών. Μετά από διαδοχικές χρεοκοπίες εταιρειών του κλάδου (όπως οι «Νηρεύς» και «Σελόντα») και αλλεπάλληλες τραπεζικές αναδιαρθρώσεις που οδήγησαν στη συγκρότηση ομίλων όπως η Avramar υπό τη διαχείριση ξένων επενδυτικών κεφαλαίων, ο κλάδος εγκλωβίστηκε σε ένα αδιέξοδο επιχειρηματικό δόγμα, αναφέρουν ορισμένοι οικονομολόγοι: τη συνεχή μαζικοποίηση της παραγωγής για να επιτευχθούν οριακές οικονομίες κλίμακας. «Πρόκειται για έναν εκ προοιμίου χαμένο πόλεμο απέναντι στην Τουρκία. Η γειτονική χώρα, με παραγωγή που ξεπερνάει πλέον τους 260.000 τόνους –υπερδιπλάσια από τους περίπου 125.000 τόνους της Ελλάδας και μεγαλύτερη από ολόκληρη τη μεσογειακή Ε.Ε.–, κυριαρχεί στις διεθνείς αγορές χάρη στις υποτίμησης του νομίσματος, στα χαμηλότερα εργατικά κόστη και στις κρατικές ενισχύσεις», εξηγεί τραπεζικό στέλεχος.
Προσπαθώντας η Ελλάδα να ανακτήσει μερίδια αγοράς, επιλέγει τη φθηνή λύση της εγκατάστασης στα απάνεμα νερά των φυσικών κόλπων, αποφεύγοντας τις αναγκαίες επενδύσεις σε τεχνολογίες ανοιχτής θαλάσσης και μεταφέροντας το πραγματικό περιβαλλοντικό κόστος στις τοπικές κοινωνίες.
Πηγή: moneyreview.gr







