Τρία χρόνια μετά την αποχώρησή της από το μετοχικό κεφάλαιο των Ελληνικών Αλυκών, η ιστορική ΚΑΛΑΣ Α.Ε. επιδιώκει να επιστρέψει στο μετοχικό σχήμα της εταιρείας. Η ΚΑΛΑΣ συγκαταλέγεται στα επτά επενδυτικά σχήματα που προκρίθηκαν στη δεύτερη φάση του διαγωνισμού του Υπερταμείου για την πώληση πλειοψηφικού ποσοστού – τουλάχιστον 51% – της Ελληνικές Αλυκές Α.Ε. Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού Αναπτυξιακού Ταμείου πέρασε στη διαδικασία των δεσμευτικών προσφορών ως αυτόνομος υποψήφιος, απέναντι σε διεθνείς παίκτες όπως η ιταλική Sosalt SpA και η κοινοπραξία Salinity Group – Θεοδώρου.
Το σχέδιο της διοίκησης για το 2026 εστιάζει στην ενίσχυση της παραγωγικής βάσης, στη βελτίωση της κερδοφορίας και στη σταδιακή αποκλιμάκωση του δανεισμού. Όπως αναφέρεται στην ετήσια έκθεση της χρήσης 2025 τίθενται ως βασικοί στόχοι η αύξηση του κύκλου εργασιών, η προώθηση νέας παραγωγικής μονάδας στο Μεσολόγγι, καθώς και επενδύσεις στην ενεργειακή αυτονομία μέσω φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων στις μονάδες της Σίνδου και της Αθήνας. Παράλληλα, προωθείται η πιστοποίηση των εγκαταστάσεων κατά ISO 50001 και SA 8000, ενώ η διοίκηση αναγνωρίζει ότι οι γεωπολιτικές εξελίξεις, η μεταβλητότητα στις τιμές των πρώτων υλών και το αυξημένο ενεργειακό κόστος εξακολουθούν να αποτελούν τους σημαντικότερους παράγοντες αβεβαιότητας.
Σταθερός τζίρος, πίεση στην κερδοφορία
Ο κύκλος εργασιών διαμορφώθηκε πέρσι στα 44,88 εκατ. ευρώ, παρουσιάζοντας οριακή μείωση 0,22% σε σχέση με το 2024, ενώ το EBITDA υποχώρησε κατά 9,36% στα 3,82 εκατ. ευρώ και τα κέρδη προ φόρων κατά 15,8%, στα 1,05 εκατ. ευρώ.
Τα καθαρά κέρδη μετά φόρων περιορίστηκαν στις 715 χιλ. ευρώ, έναντι 1,08 εκατ. ευρώ το 2024, παρουσιάζοντας μείωση 34%. Σύμφωνα με τη διοίκηση, η υποχώρηση της κερδοφορίας οφείλεται κυρίως στην αύξηση του ενεργειακού κόστους, της μισθοδοσίας και των παροχών τρίτων, αλλά και στον υπερδιπλασιασμό της φορολογικής επιβάρυνσης της χρήσης, η οποία διαμορφώθηκε στις 339,7 χιλ. ευρώ, από 168,5 χιλ. ευρώ το 2024.
Στον αντίποδα, οι εξαγωγές συνέχισαν την ανοδική τους πορεία, αυξανόμενες κατά 7,2%, στα 9,96 εκατ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας πλέον περισσότερο από το ένα πέμπτο του συνολικού κύκλου εργασιών της εταιρείας.
Η αναδιάρθρωση του δανεισμού
Η σημαντικότερη εταιρική κίνηση του 2025 ήταν η αναδιάρθρωση του τραπεζικού δανεισμού. Η ΚΑΛΑΣ προχώρησε στην έκδοση δεκαετούς κοινού ομολογιακού δανείου ύψους 11 εκατ. ευρώ με την Credia Bank, μεταφέροντας ουσιαστικά το μεγαλύτερο μέρος του βραχυπρόθεσμου τραπεζικού δανεισμού σε μακροπρόθεσμη βάση.
Ως αποτέλεσμα, ο βραχυπρόθεσμος τραπεζικός δανεισμός μειώθηκε από 12,05 εκατ. ευρώ σε 2,09 εκατ. ευρώ, παρουσιάζοντας πτώση 82,66%, ενώ δημιουργήθηκε νέο μακροπρόθεσμο ομολογιακό υπόλοιπο ύψους 10,1 εκατ. ευρώ.
Παρά το γεγονός ότι ο συνολικός τραπεζικός δανεισμός παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητος, στα 12,79 εκατ. ευρώ, η αλλαγή στη διάρθρωσή του περιόρισε το χρηματοοικονομικό κόστος κατά 18% και βελτίωσε σημαντικά τη βραχυπρόθεσμη χρηματοοικονομική εικόνα της εταιρείας.
Ενδεικτικό είναι ότι το έλλειμμα κεφαλαίου κίνησης μειώθηκε από 14,3 εκατ. ευρώ σε 4,4 εκατ. ευρώ, ενώ ο δείκτης κυκλοφορούντος ενεργητικού προς βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις ενισχύθηκε από 49,95% σε 77,05%.
Τα ίδια κεφάλαια αυξήθηκαν κατά 5,4%, στα 14,17 εκατ. ευρώ, ωστόσο οι ζημίες εις νέον εξακολουθούν να ανέρχονται σε 9,59 εκατ. ευρώ, αν και παρουσιάζουν σταθερή αποκλιμάκωση τα τελευταία χρόνια.
Από το “Άλας Κάλας” στον όμιλο τροφίμων
Η ιστορία της ΚΑΛΑΣ ξεκινά το 1922, όταν ο Εμμανουήλ Καλαμαράκης ίδρυσε στο Κουκάκι την πρώτη μονάδα επεξεργασίας άλατος, η οποία παρήγαγε παράλληλα ποτάσα και τα γνωστά απορρυπαντικά ΣΑΠΟΛ και ΚΡΙΝΟΛ.
Τη δεκαετία του 1950 τη διοίκηση αναλαμβάνει ο γιος του, Κωνσταντίνος Καλαμαράκης, χημικός του Πανεπιστημίου Αθηνών. Η σημαντικότερη επιχειρηματική του καινοτομία ήταν η τυποποίηση του επιτραπέζιου αλατιού. Μέχρι τότε το προϊόν πωλούνταν χύμα από τον μπακάλη. Το “Άλας Κάλας” καθιερώθηκε γρήγορα ως ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα ελληνικά καταναλωτικά προϊόντα και έγινε μέρος της λαϊκής κουλτούρας, εμφανιζόμενο ακόμη και στην ταινία “Της Κακομοίρας” με τον Κώστα Χατζηχρήστο.
Το 1963 η ΚΑΛΑΣ ήταν η πρώτη που παρήγαγε στην Ελλάδα ιωδιωμένο αλάτι σε συνεργασία με τη UNICEF και τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, συμβάλλοντας στην αντιμετώπιση της ιωδιοπενίας, ενώ υιοθέτησε και τη μέθοδο της ανακρυστάλλωσης, η οποία επέτρεψε την παραγωγή αλατιού υψηλής καθαρότητας.
Στις δεκαετίες που ακολούθησαν επένδυσε σε νέες μονάδες στο Μεσολόγγι και στη Σίνδο Θεσσαλονίκης, δημιουργώντας τις βάσεις για την ανάπτυξη ενός πανελλαδικού παραγωγικού και διανεμητικού δικτύου.
Ο μετασχηματισμός της τρίτης γενιάς
Η μεγαλύτερη αλλαγή στην πορεία της εταιρείας πραγματοποιήθηκε επί διοίκησης του Μανόλη Καλαμαράκη, εκπροσώπου της τρίτης γενιάς της οικογένειας.
Με στόχο τη μετατροπή της ΚΑΛΑΣ από βιομηχανία άλατος σε ολοκληρωμένο όμιλο τροφίμων, δρομολογήθηκαν σημαντικές επενδύσεις και εξαγορές. Το 2001 ολοκληρώθηκε η μεγαλύτερη μέχρι τότε παραγωγική επένδυση στον ελληνικό κλάδο του αλατιού, ενώ ακολούθησε η απόκτηση ποσοστού στις Ελληνικές Αλυκές.
Το 2005 η εταιρεία εισήλθε στην αγορά των σαλατών, της μουστάρδας και των dressing μέσω των προϊόντων ΒΕΜ, ενώ η εξαγορά της Olympus Foods και η απορρόφησή της το 2009 εδραίωσαν την παρουσία της στις κατηγορίες της μαγιονέζας, του ketchup, της μουστάρδας και των σαλατών, σηματοδοτώντας τη μετεξέλιξη της ΚΑΛΑΣ σε έναν ευρύτερο όμιλο τροφίμων.
Το παραγωγικό αποτύπωμα
Σήμερα η ΚΑΛΑΣ αποτελεί τη μεγαλύτερη ελληνική εταιρεία επεξεργασίας και τυποποίησης θαλασσινού αλατιού, ενώ παράλληλα δραστηριοποιείται στην παραγωγή σαλατών, μαγιονέζας, μουστάρδας, ketchup και άλλων προϊόντων τροφίμων.
Η βιομηχανική της βάση περιλαμβάνει δύο συγκροτήματα παραγωγής άλατος στο Μεσολόγγι – μονάδα μηχανικού καθαρισμού και μονάδα ανακρυστάλλωσης –, ένα συγκρότημα παραγωγής άλατος στη Σίνδο Θεσσαλονίκης, καθώς και συγκρότημα παραγωγής σαλατών, μουστάρδας, μαγιονέζας και dressing στη Νέα Έφεσο Πιερίας.
Το παραγωγικό δίκτυο συμπληρώνεται από τέσσερα κέντρα αποθήκευσης και διανομής ξηρού και ψυχρού φορτίου στη ΒΙΠΑ Αυλώνα Αττικής, στο Μεσολόγγι, στη Σίνδο Θεσσαλονίκης και στη Νέα Έφεσο Πιερίας. Παράλληλα, η εταιρεία παράγει προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας για πολυεθνικές επιχειρήσεις, σημαντικές ελληνικές βιομηχανίες και σχεδόν το σύνολο των ελληνικών αλυσίδων λιανεμπορίου.
Πηγή: capital.gr







