Λίγες ώρες απομένουν μέχρι να ανέβει ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης στο βήμα της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης (ΔΕΘ) και να παρουσιάσει το νέο πακέτο μέτρων που σχεδιάστηκε για να δώσει ανάσα σε εκείνους που σήκωσαν το βάρος των αλλεπάλληλων κρίσεων χωρίς ποτέ να λάβουν ουσιαστική στήριξη. Με τη δημοσιονομική εικόνα να είναι καλύτερη από κάθε άλλη χρονιά και τα έσοδα να ξεπερνούν κατά 2,1 δισ. ευρώ τον στόχο, το οικονομικό επιτελείο ανοίγει τον δρόμο για παρεμβάσεις ύψους έως 1,7 δισ. ευρώ που αφορούν άμεσα τη μεσαία τάξη, τις οικογένειες με παιδιά, τους ένστολους, τους συνταξιούχους αλλά και τους ελεύθερους επαγγελματίες.
Η κυβέρνηση επιδιώκει να στείλει το μήνυμα ότι η ραχοκοκαλιά της κοινωνίας δεν θα είναι πια ο μόνιμος χαμένος. Μετά από μία δεκαετία συνεχών επιβαρύνσεων, με μισθωτούς, οικογενειάρχες και νέες γενιές να σηκώνουν το βάρος, οι αλλαγές που θα παρουσιάσει ο πρωθυπουργός στοχεύουν να αφήσουν περισσότερο εισόδημα στην τσέπη εκατομμυρίων νοικοκυριών. Το πώς θα γίνει αυτό, δεν αποκαλύπτεται ακόμα επίσημα, ωστόσο όλα δείχνουν ότι ο άξονας της φορολογίας θα είναι καθοριστικός: υψηλότερα αφορολόγητα όρια, νέες κλίμακες και διορθώσεις σε παθογένειες του συστήματος που «τιμωρούσαν» άδικα τους πιο παραγωγικούς πολίτες. Με λίγα λόγια, εκεί όπου μέχρι σήμερα αφαιρούνταν σημαντικά ποσά φόρων και τεκμηρίων, θα επιχειρηθεί να δοθεί ανάσα, με αποτέλεσμα οι ίδιοι πολίτες να δουν πραγματικά κέρδη στον οικογενειακό τους προϋπολογισμό.
Το στοιχείο που κάνει τη φετινή ΔΕΘ διαφορετική είναι ότι για πρώτη φορά μπαίνει στο τραπέζι μια συνολική φορολογική μεταρρύθμιση με σαφή στόχευση στις οικογένειες.
Για πρώτη φορά, μετά από χρόνια, προωθείται μια συνολική μεταρρύθμιση με έμπνευση από το γαλλικό σύστημα «quotient familial», που αντιμετωπίζει την οικογένεια ως τη βασική φορολογική μονάδα. Δεν θα εφαρμοστεί αυτούσιο αλλά υβριδικά, με προσαρμογή στις ελληνικές κλίμακες, στους συντελεστές και στα αφορολόγητα όρια. Ουσιαστικά, το εισόδημα δεν θα εξετάζεται μόνο ατομικά, αλλά θα λαμβάνονται υπόψη οι ανάγκες της οικογένειας και ο αριθμός των παιδιών, οδηγώντας σε μικρότερο φόρο για τα νοικοκυριά. Η Ελλάδα δεν αντιγράφει τη Γαλλία, αλλά εισάγει τη φιλοσοφία της: όσο περισσότερα μέλη έχει η οικογένεια, τόσο πιο δίκαια επιμερίζεται το εισόδημα, με πλαφόν για να αποφευχθούν υπερβολικά οφέλη στα υψηλά εισοδήματα. Η επιλογή αυτή δεν είναι τυχαία. Με το δημογραφικό πρόβλημα να έχει πάρει εκρηκτικές διαστάσεις –71.455 γεννήσεις το 2023, ιστορικό χαμηλό– και με τις οικογένειες να σηκώνουν το μεγαλύτερο βάρος φόρων, η κυβέρνηση θέλει να δείξει ότι στηρίζει ουσιαστικά τη νέα γενιά. Τα στοιχεία μιλούν από μόνα τους: 1,26 εκατομμύρια οικογένειες με 1 έως 3 παιδιά κατέβαλαν πέρυσι φόρους ύψους 4,57 δισ. ευρώ, με τις πολύτεκνες να πληρώνουν πάνω από 55 εκατομμύρια. Αυτό το βάρος επιχειρείται τώρα να μειωθεί με μόνιμες ελαφρύνσεις και όχι με επιδόματα.
Το δεύτερο μεγάλο μέτωπο είναι η στέγη. Η στεγαστική κρίση πιέζει αφόρητα τη μεσαία τάξη και ιδιαίτερα τα νέα ζευγάρια, που αδυνατούν να βρουν προσιτή κατοικία. Το πακέτο παρεμβάσεων περιλαμβάνει μέτρα που θα ανακουφίσουν όσους πληρώνουν ακριβά ενοίκια και θα ανοίξουν νέες δυνατότητες μέσω κοινωνικής αντιπαροχής και επεκτάσεων προγραμμάτων τύπου «Σπίτι μου». Στόχος είναι να υπάρξουν λύσεις που δεν θα εξαντληθούν σε ένα επίδομα ενοικίου αλλά θα δημιουργήσουν προσιτή κατοικία για τις επόμενες γενιές.
Κερδισμένοι βγαίνουν και οι ένστολοι. Ήδη έχουν δει αυξήσεις μέσω του νέου επιδόματος «Ιδιαίτερων Συνθηκών και Επικινδυνότητας» από τον Ιούλιο, ενώ από τον Οκτώβριο περισσότερα από 80.000 στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων θα λάβουν νέες αυξήσεις που φτάνουν έως και το 20%. Στη ΔΕΘ ο Πρωθυπουργός θα ανοίξει το παράθυρο για νέο γύρο αυξήσεων από το 2026, ώστε να υπάρξει πλήρης εξομοίωση και με τα άλλα σώματα ασφαλείας. Το μήνυμα είναι ότι οι άνθρωποι που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή αξίζουν σταθερή και θεσμική στήριξη.
Σημαντικές κινήσεις αναμένονται και για τους συνταξιούχους. Η «προσωπική διαφορά» μπαίνει ξανά στο τραπέζι, ενώ στο σχεδιασμό βρίσκεται και η διεύρυνση του νέου μόνιμου επιδόματος των 250 ευρώ που ήδη καλύπτει πάνω από 1 εκατομμύριο δικαιούχους. Οι αλλαγές θα στοχεύουν στην ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης, ώστε να μην χαθεί το εισόδημα που κερδήθηκε τα τελευταία χρόνια από τις αυξήσεις.







