Πλακεντία: Πώς μια επένδυση 22 εκατ. ευρώ αλλάζει την κτηνιατρική περίθαλψη

179

Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, η κτηνιατρική περίθαλψη δεν συγκαταλεγόταν στους κλάδους που προσέλκυαν επενδυτικό ενδιαφέρον στην Ελλάδα. Η αγορά παραμένει έντονα κατακερματισμένη, με εκατοντάδες μικρά, ανεξάρτητα κτηνιατρεία να αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της. Ωστόσο, η ανάγκη για επενδύσεις σε τεχνολογία, εξειδίκευση και σύγχρονες υποδομές αρχίζει σταδιακά να δημιουργεί χώρο για ένα διαφορετικό επιχειρηματικό μοντέλο.

Η ανάπτυξη της pet economy, η αλλαγή στη σχέση των νοικοκυριών με τα ζώα συντροφιάς και η αυξανόμενη ζήτηση για υπηρεσίες υψηλότερου επιπέδου βάζουν πλέον τον κλάδο στο “ραντάρ” των επενδυτικών κεφαλαίων, ακολουθώντας μια τάση που έχει ήδη διαμορφωθεί στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες.

Σύμφωνα με τη FEDIAF, σχεδόν 139 εκατ. ευρωπαϊκά νοικοκυριά διαθέτουν τουλάχιστον ένα κατοικίδιο, ενώ ο συνολικός αριθμός των ζώων συντροφιάς προσεγγίζει τα 300 εκατομμύρια. Παράλληλα, η ευρωπαϊκή αγορά τροφών για κατοικίδια ξεπερνά τα 29 δισ. ευρώ, ενώ τα τελευταία χρόνια ολοένα περισσότερα private equity funds επενδύουν όχι μόνο στα προϊόντα φροντίδας αλλά και στις υπηρεσίες υγείας, δημιουργώντας μέσω εξαγορών μεγάλα δίκτυα κτηνιατρικών κλινικών.

Αυτό το κενό επιχείρησε να καλύψει η SMERemediumCap (SMERC) με επικεφαλής τον Νίκο Καραμούζη, η οποία έχει επενδύσει μέχρι σήμερα περίπου 22 εκατ. ευρώ για τη δημιουργία του Ομίλου Πλακεντία, του πρώτου οργανωμένου πανελλαδικού δικτύου κτηνιατρικών κλινικών και σήμερα του μεγαλύτερου στα Βαλκάνια.

Ο όμιλος διαθέτει πλέον εννέα μονάδες σε Αττική, Θεσσαλονίκη, Βόλο και Κυκλάδες, περισσότερους από 130 κτηνιάτρους, δέκα χειρουργικές αίθουσες, περίπου 200 κλίνες νοσηλείας και το μεγαλύτερο εργαστήριο κτηνιατρικών εξετάσεων στη χώρα.

Πίσω από την επένδυση, ωστόσο, βρίσκεται μια ευρύτερη φιλοσοφία για την οργάνωση της κτηνιατρικής περίθαλψης στη χώρα.

“Στόχος μας ήταν να δημιουργήσουμε δομές που μέχρι σήμερα δεν υπήρχαν στην ελληνική αγορά, με υπηρεσίες και διαγνωστικές δυνατότητες που δεν ήταν διαθέσιμες πριν από λίγα χρόνια“, λέει στο Capital ο Senior Investment Partner της SMERC, Ηλίας Μαλανδρής.

Από τον οικογενειακό κτηνίατρο στη δευτερογενή περίθαλψη

Στόχος της επένδυσης είναι να εισαχθεί στην ελληνική αγορά ένα διαφορετικό μοντέλο λειτουργίας, αντίστοιχο με αυτό που εφαρμόζεται εδώ και χρόνια στις ώριμες ευρωπαϊκές αγορές.

Στο παραδοσιακό μοντέλο, ο οικογενειακός κτηνίατρος καλείται να αντιμετωπίσει σχεδόν κάθε περιστατικό. Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, όμως, λειτουργεί ένα σύστημα παραπομπών, αντίστοιχο με εκείνο της ανθρώπινης υγείας. Ο κτηνίατρος πρώτης γνώμης συνεχίζει να αποτελεί το βασικό σημείο αναφοράς για τον ιδιοκτήτη, όμως τα πιο σύνθετα περιστατικά παραπέμπονται σε εξειδικευμένες κλινικές που διαθέτουν προηγμένο εξοπλισμό και γιατρούς διαφορετικών ειδικοτήτων.

“Στην Ελλάδα δεν υπήρχε οργανωμένο δίκτυο κτηνιατρικών κλινικών, ενώ στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες αυτό αποτελεί εδώ και χρόνια τον κανόνα“, σημειώνει ο κ. Μαλανδρής.

Όπως εξηγεί, στόχος δεν είναι να αντικατασταθούν τα μικρά κτηνιατρεία αλλά να λειτουργήσουν συμπληρωματικά, προσφέροντας υπηρεσίες που δύσκολα μπορεί να υποστηρίξει μια μεμονωμένη μονάδα.

Η εξέλιξη της ίδιας της κτηνιατρικής επιστήμης οδηγεί προς αυτή την κατεύθυνση. Η αντιμετώπιση σύνθετων περιστατικών απαιτεί πλέον εξειδικευμένους καρδιολόγους, ογκολόγους, νευροχειρουργούς και οφθαλμιάτρους, αλλά και ακριβό διαγνωστικό εξοπλισμό, όπως αξονικούς και μαγνητικούς τομογράφους.

Ένας σύγχρονος μαγνητικός τομογράφος μπορεί να κοστίζει έως και 600.000 ευρώ, χωρίς να υπολογίζονται η συντήρηση, οι υποστηρικτικές υποδομές και το εξειδικευμένο προσωπικό που απαιτείται για τη λειτουργία του. Στην πράξη, η επένδυση είναι ακόμη μεγαλύτερη, καθώς μια μαγνητική εξέταση σε ζώο προϋποθέτει αναισθησία, συνεχή παρακολούθηση και ειδικά εκπαιδευμένο προσωπικό, σε αντίθεση με την ανθρώπινη ιατρική όπου ο εξεταζόμενος μπορεί να συνεργαστεί.

“Δεν επενδύσαμε απλώς σε κτίρια. Δημιουργήσαμε υποδομές που επιτρέπουν να παρέχονται υπηρεσίες οι οποίες μέχρι πριν από λίγα χρόνια είτε δεν υπήρχαν είτε δεν μπορούσαν να προσφερθούν με τον σωστό τρόπο στην Ελλάδα“, τονίζει.

Με κύκλο εργασιών που εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στα 12 εκατ. ευρώ φέτος, ο Όμιλος Πλακεντία υπολογίζει ότι κατέχει περίπου το 5%-6% μιας αγοράς που αποτιμάται στα 200 εκατ. ευρώ ετησίως. Το ποσοστό αυτό αρκεί για να τον κατατάσσει ήδη στην πρώτη θέση, αλλά ταυτόχρονα δείχνει πόσο κατακερματισμένος παραμένει ο κλάδος και πόσο μεγάλα είναι ακόμη τα περιθώρια συγκέντρωσης.

Ο “τιμωρητικός” ΦΠΑ και η μάχη με την παραοικονομία

Για τη διοίκηση της SMERemediumCap, η δημιουργία ενός οργανωμένου δικτύου αποτελεί μόνο τη μία πλευρά της εξίσωσης. Η άλλη αφορά το θεσμικό περιβάλλον μέσα στο οποίο λειτουργεί η αγορά.

Ο κ. Μαλανδρής υποστηρίζει ότι η υψηλή φορολογική επιβάρυνση των κτηνιατρικών υπηρεσιών, σε συνδυασμό με τον έντονο κατακερματισμό του κλάδου, δημιουργεί συνθήκες που ευνοούν την παραοικονομία και δυσκολεύουν τον υγιή ανταγωνισμό.

“Προσπαθούμε να λειτουργούμε με πλήρη φορολογική και ασφαλιστική συμμόρφωση. Όμως ο κλάδος εξακολουθεί να επηρεάζεται από την παραοικονομία, όπως συμβαίνει και σε άλλους τομείς της οικονομίας“, αναφέρει.

Κατά τον ίδιο, πρόκειται για μια υπηρεσία υγείας που εξακολουθεί να φορολογείται διαφορετικά από την ανθρώπινη περίθαλψη.

Κατά την εκτίμηση της διοίκησης του ομίλου μια ενδεχόμενη μείωση του ΦΠΑ δεν θα λειτουργούσε μόνο ως οικονομική ελάφρυνση για τους ιδιοκτήτες κατοικιδίων. Θα μπορούσε να περιορίσει τα κίνητρα για αδήλωτες συναλλαγές, να ενισχύσει τη διαφάνεια στην αγορά και να δημιουργήσει πιο ισότιμους όρους ανταγωνισμού για όσους λειτουργούν με πλήρη φορολογική συνέπεια.

“Ο στόχος δεν είναι να αυξήσουμε την κερδοφορία μας. Αν υπάρξει μείωση του ΦΠΑ, η δέσμευσή μας είναι ότι το όφελος θα περάσει απευθείας στις τιμές των υπηρεσιών. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι να μεγαλώσει η επίσημη αγορά και να αποκτήσουν περισσότεροι άνθρωποι πρόσβαση σε ποιοτική κτηνιατρική περίθαλψη“, τονίζει.

Η pet economy αλλάζει τις συνήθειες των ελληνικών νοικοκυριών

Τα τελευταία χρόνια, η θέση των ζώων συντροφιάς μέσα στο ελληνικό νοικοκυριό έχει μεταβληθεί ριζικά. Οι σκύλοι και οι γάτες δεν αντιμετωπίζονται πλέον ως ζώα φύλαξης ή κατοικίδια που ζουν στον κήπο, αλλά ως αναπόσπαστα μέλη της οικογένειας, γεγονός που αυξάνει και τις απαιτήσεις για καλύτερες υπηρεσίες υγείας.

“Σήμερα τα ζώα ζουν μέσα στο σπίτι. Είναι μέλη της οικογένειας. Αυτό πριν από μία ή δύο γενιές ήταν σχεδόν αδιανόητο“, αναφέρει.

Η αλλαγή αυτή επιταχύνθηκε στη διάρκεια της πανδημίας, όταν χιλιάδες οικογένειες απέκτησαν κατοικίδιο αναζητώντας συντροφιά σε μια περίοδο κοινωνικής απομόνωσης. Από τότε, η ανοδική πορεία συνεχίζεται, με ολοένα περισσότερα νοικοκυριά να εντάσσουν ένα ζώο στην καθημερινότητά τους.

Σήμερα εκτιμάται ότι στην Ελλάδα ζουν περίπου τρία εκατομμύρια σκύλοι και γάτες, αριθμός που αντιστοιχεί περίπου σε ένα κατοικίδιο για κάθε τρεις κατοίκους.

Η πρόληψη παραμένει ο αδύναμος κρίκος

Παρά τη μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση των ιδιοκτητών, η προληπτική ιατρική εξακολουθεί να αποτελεί το μεγάλο κενό της ελληνικής αγοράς.

Οι περισσότεροι επισκέπτονται τον κτηνίατρο όταν εμφανιστεί κάποιο πρόβλημα και όχι προληπτικά, ενώ ένας απλός εργαστηριακός έλεγχος θα μπορούσε να εντοπίσει έγκαιρα πολλές παθήσεις.

“Το μεγαλύτερο λάθος είναι ότι δεν επενδύουμε στην πρόληψη. Ένα απλό check-up ή μια βασική αιματολογική εξέταση μπορεί να εντοπίσει εγκαίρως προβλήματα που αργότερα είναι πολύ πιο δύσκολο και δαπανηρό να αντιμετωπιστούν“, αναφέρει ο κ. Μαλανδρής.

Όπως επισημαίνει, η πρόληψη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία στα ζώα, καθώς δεν μπορούν να περιγράψουν τα συμπτώματά τους. Για τον λόγο αυτό, ο τακτικός προληπτικός έλεγχος, ιδιαίτερα μετά από μια συγκεκριμένη ηλικία, μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικός για την έγκαιρη διάγνωση πολλών ασθενειών.

Η ασφάλιση ως ο επόμενος μοχλός ανάπτυξης

Ένας ακόμη τομέας που εκτιμάται ότι θα αλλάξει τα επόμενα χρόνια είναι η ασφάλιση κατοικιδίων.

Σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες αποτελεί ήδη βασικό εργαλείο χρηματοδότησης της κτηνιατρικής περίθαλψης. Στην Ελλάδα, όμως, η αγορά παραμένει ακόμη σε πρώιμο στάδιο.

Σύμφωνα με τον κ. Μαλανδρή, η δημιουργία οργανωμένων δικτύων δημιουργεί για πρώτη φορά τις προϋποθέσεις για ουσιαστικές συνεργασίες με ασφαλιστικές εταιρείες, καθώς εξασφαλίζει ενιαία πρότυπα λειτουργίας, κοινά θεραπευτικά πρωτόκολλα και αξιόπιστα στατιστικά δεδομένα.

“Η ασφάλιση μπορεί να δώσει τη δυνατότητα σε περισσότερους ανθρώπους να αποκτήσουν πρόσβαση σε υπηρεσίες που σήμερα μπορεί να θεωρούν οικονομικά δύσκολες. Όσο οργανώνεται η αγορά, τόσο πιο εύκολο γίνεται και για τις ασφαλιστικές να σχεδιάσουν αντίστοιχα προγράμματα“, σημειώνει.

Ανάπτυξη με επίκεντρο το ανθρώπινο κεφάλαιο

Παρά το γεγονός ότι ο Όμιλος Πλακεντία αποτελεί ήδη το μεγαλύτερο οργανωμένο δίκτυο κτηνιατρικών κλινικών στην Ελλάδα, για τη διοίκηση της SMERC η αγορά βρίσκεται ακόμη στην αρχή της αναπτυξιακής της πορείας.

Η στρατηγική προβλέπει νέες συνεργασίες και εξαγορές, με την Πελοπόννησο, την Κρήτη και την Κύπρο να συγκαταλέγονται στις περιοχές που εξετάζονται. Η γεωγραφική επέκταση, ωστόσο, περνά πρώτα από τη στελέχωση, σε μια περίοδο κατά την οποία η έλλειψη κτηνιάτρων αποτελεί κοινή πρόκληση για πολλές ευρωπαϊκές αγορές.

“Το μεγαλύτερο ζήτημα δεν είναι να ανοίξεις μια ακόμη κλινική. Είναι να βρεις τους ανθρώπους που θα μπορούν να υποστηρίξουν το επίπεδο υπηρεσιών που θέλεις να προσφέρεις“, σημειώνει.

Η Ελλάδα διαθέτει μόλις δύο κτηνιατρικές σχολές και, όπως συμβαίνει σε πολλούς επιστημονικούς κλάδους, αρκετοί νέοι απόφοιτοι επιλέγουν να συνεχίσουν την καριέρα τους στο εξωτερικό. Για τη διοίκηση του ομίλου, η δημιουργία μεγάλων οργανωμένων δομών μπορεί να λειτουργήσει ως αντίβαρο σε αυτή την τάση, προσφέροντας στους νέους επιστήμονες πρόσβαση σε εξειδίκευση, σύγχρονο εξοπλισμό και μεγάλο όγκο περιστατικών.

Γι’ αυτό και σημαντικό μέρος της επένδυσης αφορά την εκπαίδευση και τη διαρκή εξέλιξη των ανθρώπων του δικτύου, με στόχο τη δημιουργία νέων ειδικοτήτων και την ανάπτυξη μιας γενιάς κτηνιάτρων που μέχρι σήμερα ήταν δύσκολο να παραμείνει στην Ελλάδα.

Ένα έργο που περνά στην επόμενη φάση

“Το πιο δύσκολο κομμάτι ήταν να δημιουργηθεί η πλατφόρμα. Να ενταχθούν διαφορετικές κλινικές σε ένα κοινό μοντέλο λειτουργίας, να οργανωθούν οι υποδομές, να ολοκληρωθούν οι αδειοδοτήσεις και να δημιουργηθεί ένα ενιαίο δίκτυο. Αυτό το στάδιο έχει πλέον ολοκληρωθεί“, αναφέρει ο κ. Μαλανδρής.

Με την οργανωτική φάση να έχει ουσιαστικά ολοκληρωθεί, η επόμενη πρόκληση αφορά την περαιτέρω ανάπτυξη του δικτύου. Παράλληλα, μια οργανωμένη πλατφόρμα αυτού του μεγέθους μπορεί μελλοντικά να προσελκύσει το ενδιαφέρον μεγαλύτερων διεθνών ομίλων ή επενδυτικών σχημάτων που αναζητούν έτοιμες δομές ανάπτυξης.

Πηγή: capital.gr